Τετάρτη, 30 Απριλίου 2008

Στον Θεσσαλικό Κάμπο τα «κανόνια άρδευσης» ποτίζουν καταμεσήμερο

Της Τανιας Γεωργιοπουλου
«Οταν μετακόμισα στον Βόλο, οι κάτοικοι μού έλεγαν γελώντας “αν πας στα χωράφια και γυρίσεις το κεφάλι σου έτσι ώστε να κοιτάς από κάτω προς τον ουρανό οποιαδήποτε ώρα της ημέρας, θα δεις το ουράνιο τόξο”», λέει στην «Κ» ο επίκουρος καθηγητής στο τμήμα Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, κ. Νικήτας Μυλόπουλος, περιγράφοντας άκρως παραστατικά τι σημαίνει κατασπατάληση νερού στον θεσσαλικό κάμπο. Από τότε κύλησε και χάθηκε πολύ νερό στα ανοιχτά αυλάκια άρδευσης, που οι απώλειές τους φτάνουν το 30–50%, και ακόμα περισσότερο εξατμίστηκε καθώς τα «κανόνια» πετούν καταμεσήμερο πίδακες νερού δεκάδες μέτρα μακριά – μία μέθοδος άρδευσης που χρησιμοποιείται ακόμα στο 70% των καλλιεργειών βαμβακιού και ας έχει απώλειες της τάξης του 50%.
Πάνω από το 84% του νερού στη χώρα μας πηγαίνει για πότισμα (για ύδρευση χρησιμοποιείται το 7% έως 8%). Στη Θεσσαλία χρησιμοποιείται το 1/4 του συνολικού νερού που χρησιμοποιείται για άρδευση στη χώρα. Οι ποσότητες λοιπόν που χρειάζονται και οι ποσότητες που εξατμίζονται –κυριολεκτικά– είναι τεράστιες. Για παράδειγμα, από το δίκτυο του Ταυρωπού, που κατασκευάστηκε το 1960 και αρδεύονται 110.000 στρέμματα, περίπου 200 χιλιόμετρα ανοιχτά αυλάκια επιτρέπουν στο νερό να εξατμιστεί. Υπολογίζεται ότι από τα συστήματα άρδευσης αρμοδιότητας του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, σε όλη την Ελλάδα, με στάγδην άρδευση ποτίζεται μόνο ένα ποσοστό 10%.
Η αλόγιστη χρήση, οι εντατικές καλλιέργειες κυρίως βαμβακιού που απαιτούν τεράστιες ποσότητες νερού, η έλλειψη σχεδίου σε συνδυασμό με τις κλιματικές αλλαγές, που έφεραν μείωση των βροχοπτώσεων, οδήγησαν στη σημερινή κατάσταση που περιγράφεται από όλους με μία μόνο λέξη: «τραγική». Χαρακτηριστικό της κατάστασης είναι αυτό που τονίζει στην «Κ» ο νομάρχης Καρδίτσας κ. Φώτης Αλεξάκος: «Σκοπεύουμε να δώσουμε, τουλάχιστον στην αρχή, κάποιο νερό για πότισμα, έτσι ώστε οι αγρότες να μπορέσουν να σπείρουν για να θεμελιώσουν δικαίωμα αποζημίωσης όταν θα ξεραθούν οι καλλιέργειες». Κάνει μεγάλη παύση και συμπληρώνει, με έναν τόνο στη φωνή που δείχνει ότι δεν το πολυπιστεύει: «Αλλωστε, πού ξέρεις, μπορεί να βρέξει και το καλοκαίρι· συμβαίνουν και αυτά».
Στη Δυτική Θεσσαλία είναι η δεύτερη συνεχόμενη χρονιά με χαμηλές βροχοπτώσεις. Χαρακτηριστικά, στη λίμνη Πλαστήρα η μέση εισροή υδάτων στη διάρκεια της χρονιάς υπολογίζεται σύμφωνα με μετρήσεις των τελευταίων πενήντα ετών στα 133 εκατ. κυβικά μέτρα νερό τον χρόνο. Φέτος έως σήμερα «έχουν μπει» στη λίμνη 46 εκατ. κυβικά μέτρα και έως το τέλος της περιόδου υπολογίζεται ότι θα προστεθούν ακόμη 15 εκατ. κυβικά· σύνολο 61, αλλά οπωσδήποτε πολύ κάτω από το όριο. Σύμφωνα με τον νομάρχη Καρδίτσας, ενώ πέρυσι, που ήταν μια δύσκολη χρονιά, εκταμιεύτηκαν συνολικά για ύδρευση και για άρδευση από τη λίμνη 105 εκατ. κυβικά μέτρα νερό και τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα, φέτος το σύνολο του νερού που θα «φύγει» από τη λίμνη δεν μπορεί να ξεπερνά τα 65 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, από τα οποία τα 20 θα χρησιμοποιηθούν έτσι και αλλιώς για ύδρευση.
Γεωτρήσεις σε βάθος 400 μ.
Ο,τι συμβαίνει σήμερα στη Θεσσαλία δεν είναι καινούργιο, ούτε και συντελέστηκε εν μία νυκτί επειδή δεν έβρεξε. Είναι το αποτέλεσμα της συσσώρευσης χρόνιων προβλημάτων που συστηματικά αγνοήθηκαν για περισσότερο από μια εικοσαετία. «Τη δεκαετία του 1980 οι γεωτρήσεις στη Θεσσαλία αντλούσαν στα 50–80 μέτρα, σήμερα φτάνουν στα 300 ή και τα 400 μέτρα», λέει στην «Κ» ο επίκουρος καθηγητής κ. Νικήτας Μυλόπουλος. Οι τεράστιες ανάγκες σε αρδευτικό νερό δημιουργήθηκαν από την εξάπλωση της καλλιέργειας κυρίως του βαμβακιού, μιας καλλιέργειας που έφτασε να καλύπτει όλη τη Θεσσαλία εφόσον επιδοτούνταν αδρά.
Σύμφωνα με μελέτη που πραγματοποίησε το Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας από το 2003 έως το 2006, το έλλειμμα σε νερό του συγκεκριμένου υδατικού διαμερίσματος φτάνει το 1,5 δισ. κυβικά μέτρα νερού τον χρόνο ειδικά όταν η χρονιά είναι άνυδρη από την άποψη των βροχοπτώσεων. Αλλωστε, όπως όλα δείχνουν, οι άνυδρες χρονιές τείνουν να γίνουν κανόνας. Από το 1975 έως το 2005 παρατηρήθηκε στη Θεσσαλία μείωση των βροχοπτώσεων της τάξης του 20% ενώ οι οκτώ περισσότερο ξηρές χρονιές της τελευταίας πεντηκονταετίας καταγράφηκαν τα δέκα τελευταία χρόνια.
«Ωστόσο, το έλλειμμα αυτό είναι κατά έναν τρόπο “τεχνητό” καθώς κάθε χρόνο με τον ένα ή τον άλλο τρόπο οι καλλιέργειες ποτίζονται και οι άνθρωποι πίνουν νερό, εξαντλώντας τα όρια του οικοσυστήματος», λέει ο κ. Μυλόπουλος. «Η έλλειψη της προσφοράς καλύπτεται από παράνομες γεωτρήσεις που είτε ανοίγονται παράνομα είτε κατεβαίνουν σε όλο και μεγαλύτερο βάθος», προσθέτει. Φυσικά κανείς δεν μετράει πόσο νερό βγαίνει από αυτές τις γεωτρήσεις. Η ανεξέλεγκτη αυτή απομύζηση των υπόγειων υδροφορέων της περιφέρειας Θεσσαλίας είναι ουσιαστικά και το μεγαλύτερο έγκλημα που συντελείται εναντίον του περιβάλλοντος στην περιοχή, χρόνια τώρα. «Τα επιφανειακά νερά κάποια στιγμή θα βρέξει και θα επανέλθουν, η καταστροφή που συμβαίνει υπογείως είναι ανυπολόγιστη», λέει ο κ. Μυλόπουλος.
Σε όλους τους παράκτιους υδροφορείς το νερό της θάλασσας μπαίνει χιλιόμετρα μέσα, η περιοχή του Αλμυρού έχει φτάσει να αποτελεί μοντέλο προς εξέταση από τους επιστήμονες σε ξένα πανεπιστήμια, ενώ και στη Λάρισα είναι έντονα τα σημάδια υφαλμύρωσης. Στον Ρυζόμυλο Μαγνησίας, στη Φθιώτιδα και στη Λάρισα υπάρχουν πολλά σημεία όπου παρατηρούνται καθιζήσεις.
Στροφή στα επιφανειακά νερά
Οπως εξηγεί στην «Κ» ο κ. Μυλόπουλος, η Θεσσαλία αποτελεί μοναδικό παράδειγμα υδατικού διαμερίσματος με τόσο επείγοντα υδατικά προβλήματα που αγγίζουν τα όρια της οικολογικής καταστροφής, ενώ η θεσσαλική γη κινδυνεύει από ερημοποίηση. «Αυτό που πρέπει να γίνει άμεσα είναι γενική αναστροφή της υδροδότησης της Θεσσαλίας από τα υπόγεια στα επιφανειακά νερά», καταλήγει. Ασφαλώς, υπάρχει αναγκαιότητα λήψης και άλλων μέτρων όπως περιορισμός της κατανάλωσης ή αλλαγή των υδροβόρων καλλιεργειών. Ομως φαίνεται, πριν από όλα χρειάζονται παρεμβάσεις ώστε να αξιοποιείται ώς την τελευταία σταγόνα νερό που ήδη υπάρχει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: